Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΡΑΜΙΝ ΧΟΣΣΕΪΝ ΠΑΝΑΧΙ, ΚΟΥΡΔΟΣ ΤΟΥ ΙΡΑΝ, ΘΑ ΕΚΤΕΛΕΣΤΕΙ..

Ο ακτιβιστής, Ραμίν Χοσσεϊνί Πανάχι, πλέον 23 χρονών, συλλήφθη τον Ιούνιο του 2017 στη Σαναντάζ, πρωτεύουσα της κουρδικής περιοχής του Ιράν, με την κατηγορία της συμμετοχής στο αντιπολιτευόμενο κουρδικό κόμμα «Κομάλα».

Ο Πανάχι καταδικάστηκε σε θάνατο σε μια δίκη που διήρκησε λιγότερο από μια ώρα. Συλλήφθη τραυματισμένος, μπαίνοντας με το όχημά του στο Ιράν, όταν πυροβολήθηκε από τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης με αποτέλεσμα να σκοτωθούν όσοι κάθονταν στο πίσω κάθισμα και ο ίδιος να χάσει τις αισθήσεις του από τις σφαίρες που δέχτηκε.






Η κατηγορία που του προσδόθηκε αρχικά ήταν αυτή της κατοχής ενός όπλου και μια χειροβομβίδας, για να «δέσει» αργότερα εκείνη της συμμετοχής στην Κομάλα.

Η Ιρανή κυβέρνηση κυνηγά και εκτελεί μαζικά (δια δημόσιου απαγχονισμού) Κούρδους ακτιβιστές ή και απλά πολίτες. Προσδίδει κατηγορίες για συμμετοχή σε διάφορα κούρδικα κινήματα και οργανώσεις όπως είναι και το PJAK (Κόμμα Ελευθερίας και Ζωής του Κουρδιστάν) και το κόμμα Κομάλα με απολογισμό από τον Γενάρη του 2017, 500 φυλακισμένους, βασανισμένους, πυροβολημένους κλπ Κούρδους.
Από τις 7 Αυγούστου του 2017, 87 με 149 άτομα έχουν εκτελεστεί σε φυλακές ή δημόσια, με μόνο το 10-20% αυτών να γνωστοποιούνται.

Ο Πανάχι θα εκτελεστεί σε τρεις μέρες από σήμερα, 4.9.2018 μετά από δεκάδες μήνες βασανιστηρίων. Η μόνη περίπτωση να σωθεί, είναι οι ανώτατοι ηγέτες της χώρας, Χαμενεΐ ή Ροχανί να του δώσουν χάρη.

Οι ώρες περνάνε..



Πηγή: anfenglish.com, wikipedia.org: punishment in Iran, radiofarda.com, amnesty.org, deathpenaltyworldwide.org

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2018

Οι «σημαίες ευκαιρίας» του πόνου

                    
Την τρίτη μέρα των βίαιων πυρκαγιών που σάρωσαν την Αττική σε ανατολή και δύση, ο αριθμός των νεκρών συνανθρώπων μας έχει ξεπεράσει το 80 και φαίνεται πως οι 100 και πλέον αγνοούμενοι, είναι απανθρακωμένοι που περιμένουν αναγνώριση.
Συνάνθρωποί μας πέθαναν από τις αναθυμιάσεις, άλλοι κάηκαν ζωντανοί, κάποιοι πήδηξαν από γκρεμούς και κάποιοι θα μείνουν για πάντα «αγνοούμενοι». Συγκινητικές ιστορίες πόνου και αυτοθυσίας που την εποχή του αδηφάγου καπιταλισμού της «σημαίας της ευκαιρίας», μυρίζει χρήμα.

Δεν είναι βέβαια πρωτόγνωρα γεγονότα. Παραδείγματα από την ελληνική πραγματικότητα έχουμε δει και στο παρελθόν. Τον Σταμάτη Μαλέλη στην υπόθεση Σορίν Ματέι, την οικογένεια Βαρδινογιάννη τους πρώτους καιρούς της «οικονομικής ύφεσης» μέσω των Μ.Μ.Ε. τους, την οικογένεια Λάτση στις μαζικές δολοφονίες εργατών στα ΕΛ.ΠΕ κ.α.

Όσο μεγαλύτερη όμως η τραγωδία, τόσο μεγαλύτερη η οργή του λαού, τόσο πιο πολύ συσσωρευμένες και δυνατές να επιτύχουν οι ευκαιρίες διαφήμισης, πολιτικού καιροσκοπισμού και κοινωνικής παρέμβασης με ανάδειξη των πιο αντιδραστικών και μνησίκακων περιθωριακών ηττημένων στοιχείων της εκάστοτε πλευράς.

Κάποιος κύριος ονόματι Γιώργος και υπεύθυνος κάποιου πόστου των ΙΕΚ ΑΚΜΗ μιλώντας σήμερα στον REAL FM 97.8 μας έδωσε να καταλάβουμε πως θα υποστηρίξουν.. με σπουδές τα παιδιά όσων επλήγησαν από τις φωτιές. Όσους είχαν θύματα στην οικογένειά τους, όσους τραυματίστηκαν ή έχασαν τα σπίτια τους. Ποια είναι πραγματικά η ανάγκη αυτών των δηλώσεων, τι χρησιμότητα έχουν για να αποσβεστούν οι φωτιές ή να βοηθηθεί πρακτικά ο πληγήσαντας λαός της περιοχής, αν όχι τη διαφήμιση; Και γιατί 3 ώρες αργότερα οι συγκεκριμένες δακρύβρεχτες δηλώσεις παίχτηκαν ξανά σε λούπα;


Ο κ. Μητσοτάκης φρόντισε να διευκρινήσει πως δεν θα κάνει πολιτική για την απόδοση των ευθυνών, αλλά προέχει να στηριχθούν οι πληγήσαντες. Κι όμως, έκανε πολιτική πάνω στον πόνο και στα πτώματα με την τέταρτη κιόλας λέξη που ξεστόμισε.





 Με τελευταία, και με ίδια βαριά πέτρα στην πλάτη του, ο κύριος πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, λέει πως η φωτιά είναι μια ασύμμετρη απειλή και πως πιθανότατα ότι συμβαίνει, συμβαίνει για να αποσταθεροποιηθεί η κυβέρνηση. Βλέποντας τη θέση του σε αυτή του Κ. Καραμανλή όταν δολοφονήθηκε ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, λέγοντας κι αυτός πως δε θα κάνει πολιτική και οι ευθύνες θα αποδοθούν αργότερα, κάνει πολιτική με το γάντι, μιμούμενος τον Μητσοτάκη.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είτε είναι ραδιόφωνα, είτε εφημερίδες, είτε τα κανάλια αλλά και άλλα πολλά, προσπαθούν να κατευθύνουν την κοινή γνώμη περίτεχνα. Ποια καλύτερη ευκαιρία θα βρισκόταν εξ’άλλου το να ψιθυρίσεις στο αφτί του οργισμένου, αυτού που είναι τυφλός από τον πόνο και προσφέρει άδολα τα χέρια του για να βοηθήσει τον συνάνθρωπο;

Φωνάζουμε για τα δάση, φωνάζουμε για τα ΧΥΤΑ, φωνάζουμε για τη μεγέθυνση της κρατικής μηχανής και την αυτοτελή εξουσία της. Φωνάζουμε για το νερό, για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, φωνάζουμε για την φτώχεια, την εργασιακή εξαθλίωση. Φωνάζουμε για το ΝΑΤΟ, τα χρήματα που δίνονται σε πολέμους αντί σε υποδομές ενάντια σε πυρκαγιές και πλημμύρες, φωνάζουμε για τον μαζικό δολοφόνο καπιταλισμό, και θα συνεχίσουμε να φωνάζουμε μέχρι να μας ακούσει όλος ο λαός.

Ως τότε, θα γκρεμίζουμε «σημαίες ευκαιρίας» και θα φωνάζουμε ακόμη πιο δυνατά.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Η αντεπίθεση του Τελ Άμπιαντ - μια ιστορία δαιμόνων

Είχαμε τελειώσει το πρωινό μας και κάναμε γενική καθαριότητα στρατοπέδου. Δεν είχαν μείνει πολλά να γίνουν και κάποιοι σύντροφοι είχαν ήδη αποσυρθεί στα δωμάτιά τους σχηματίζοντας τις ομάδες πολιτικής και ιδεολογικής εκπαίδευσης. Όσο νωρίτερα τελείωναν, τόσος περισσότερος ελεύθερος χρόνος έμενε μέχρι το μεσημεριανό γεύμα.


Εγώ δεν είχα λόγο βιασύνης. Δεν μπορούσα να παρακολουθήσω τα μαθήματα ούτως ή άλλως, αφού δε γνώριζα την τούρκικη γλώσσα. Έτσι έμεινα τελευταίος στον προαύλιο χώρο.

Ο σκοπός μου φώναξε να ανοίξω την πύλη. Κανείς δεν ήταν εκεί, τους είχε δει όμως από μακριά να έρχονται. Ο γενικός διοικητής Ουλάς Μπαϊρακτάρογλου (σ. Μεμέτ), πέρασε την πύλη σχεδόν καίγοντας τη μηχανή με πολλές στροφές σε κάποια χαμηλή ταχύτητα.

Βγαίνει από το στρατιωτικό αυτοκίνητο (σ.σ Toyota Hilux) και με δείχνει..

-Ετοιμάσου, δράση δεν ήθελες; Σε 5 λεπτά φεύγουμε.
-Εντάξει.
-Κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ..

Επέλεξε τους συντρόφους που είχαν βγει έντρομοι έξω νομίζοντας πως δεχτήκαμε κάποια επίθεση με έναν-δυο να έχουν πιάσει και τα καλάσνικοφ.



γ. δ. Ουλάς Μπαϊρακτάρογλου (σ. Μεμέτ Κουρνάζ)


Ο Ουλάς είχε επιλέξει ομάδα επιχείρησης. Η επιλογή του δεν ήταν τυχαία. Δυο υποδιοικητές και 10 ακόμη άτομα. Οι δύο ρουκετοβόλοι, 2 ελεύθερους σκοπευτές με Κάννας και M-16, 4 με καλάνικοφ (επιχειρησιακοί όπως τους λέγαμε) και γω με έναν ακόμη σύντροφο πολυβολάδες. Η κάθε ομάδα είχε έναν με "ειδικό όπλο", έναν υποδιοικητή και 2 επιχειρησιακούς. Χωρίς καν να μας εξηγήσει ανεβήκαμε στα οχήματα και φύγαμε. Πηγαίνοντας, μαθαίνουμε πως πρόκειται να κυνηγήσουμε Ισλαμιστές που είχαν δοκιμάσει να επιτεθούν σε ένα συγκεκριμένο σημείο κοντά στο στρατόπεδό μας.

Ήταν 2 Μάρτη του 2016.

Η αλήθεια ήταν πολύ πιο δυσάρεστη. Οι Ισλαμιστές είχαν επιτεθεί στην πόλη Τελ Άμπιαντ με εκατοντάδες μαχητές, ώστε να χαράξουν μια ακόμη λωρίδα ανεφοδιασμού με την Τουρκία. Αποτέλεσμα ήταν 25 νεκροί σύντροφοι.
Ακόμη και σήμερα δεν έχει γίνει ξεκάθαρο, αν οι Ισλαμιστές είχαν μπει στα κρυφά, καμουφλαρισμένοι στα κούρδικα εδάφη ή επιτέθηκαν μέσω της Τουρκίας. Σίγουρα όμως διέφυγαν προς τη Ράκκα.

Αφού συνταχθήκαμε με τις νεοσχηματισμένες Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, ξεκινήσαμε να ξεχυνόμαστε στην πεδιάδα. Σε έναν οικισμό και έχοντας εξασφαλίσει ότι δεν υπάρχει συμμορίτης ή νάρκη εκεί, θα μας έδιναν και όλες τις πληροφορίες. Η επιχείρηση θα κρατούσε μια με δυο μέρες, ώστε να εξασφαλιστεί η καθαρότητα της περιοχής.

Ξεκίνησε να βρέχει καταρακτωδώς. Δεν έκανε ακριβώς κρύο, όμως με βρεγμένα ρούχα και πάνω στην καρότσα, αναμφίβολα ένιωθες βαρύ χειμώνα. Εγώ από τη βιασύνη, δεν πήρα ούτε το μπουφάν.
Επιχειρήσαμε σε έναν οικισμό, ύστερα σε ένα χωριό και μετά σε έναν ακόμη οικισμό. Είχαμε εξαντληθεί. Τα πόδια μας έτρεμαν. Δε συναντήσαμε πουθενά συμμορίτες, συναντήσαμε όμως σε αυτούς τους οικισμούς γυναίκες και παιδιά. Οι άντρες τους ήταν πιθανότατα, αυτοί που κυνηγούσαμε.

Ένας Άραβας πήρε το κινητό μιας από τις γυναίκες και τηλεφώνησε στον άντρα της λέγοντάς του πως <<είμαι μόνος μου με τη γυναίκα σου, που είσαι εσύ να φυλάξεις την τιμή σου;>>, πράγμα που βέβαια μας μετέφρασαν αργότερα. Εγώ πήγα να παίξω με τα παιδάκια, σαν να είχε μπλοκάρει το μυαλό μου, σαν να μην καταλάβαινα τι είχα μπροστά μου. Μάλιστα τα παιδάκια ήταν κοριτσάκια και για τις γυναίκες αυτές, ήταν ακόμη πιο απαράδεκτη η κίνησή μου. Στο εσωτερικό μέρος των γονάτων μου έτρεχε αίμα και φαινόταν αφού και η παραλλαγή μου είχε σκιστεί. Επίσης ήμουν καλυμμένος με λάσπη από το γιακά μέχρι τα μπατζάκια μου. Αψυχολόγητος. Ήταν η αδρεναλίνη όμως που μιλούσε, αφού είχα φέρει σε επιτυχία την πρώτη προσωπική μου αποστολή. Να συρθώ για 500 μέτρα στις πεδιάδες με τους κοφτούς βράχους και να "εκπλήξω" τις γυναίκες, που μέσα από τις μαύρες ρόμπες, δύσκολα μπορούσες να πεις πως δε θα εμφανιζόταν ένας μουστακαλής με καλάσνικοφ ή με μια ζώνη αυτοκτονίας.

Διανυκετερεύσαμε σε ένα στρατόπεδο των Κούρδων του YPG.

Την επόμενη μέρα ξεκινήσαμε και πάλι να ξεχυνόμαστε στις πεδιάδες. Θα ήταν και η τελευταία μέρα της επιχείρησης. Δεχτήκαμε πυροβολισμούς. Πηδήξαμε από την καρότσα και κρυφτήκαμε πίσω από τα σπίτια του χωριού. Μας έριχνε το πυροβολικό τους. Οι σφαίρες άρχισαν να τρυπάνε τους πλίνθινους τοίχους και έπρεπε να μετακινηθούμε από ένα σημείο που το πυροβολικό τους μας έβλεπε, ώστε να καλυφθούμε στο επόμενο. Είχαμε πλέον καταλάβει πως δεν ήμασταν σε αμυντική-εκκαθαριστική αμυντική αποστολή, αλλά σε επιθετική-απελευθερωτική.

Ο σ. δ. Ουλάς έδωσε εντολή σε δυο άλλους συντρόφους, αυτόν με το Μ-16 και έναν επιχειρησιακό να τρέξουν στα φυσικά σχηματισμένα αναχώματα, και να βρουν την ευκαιρία να χτυπήσουν τον χειριστή του άρματος ώστε να μετακινηθούμε. Οι σύντροφοι πετάχτηκαν στα αναχώματα με εμάς να αδειάζουμε τους γεμιστήρες στα τυφλά, αρκεί να τρομάζαμε τον χειριστή. Όπως κι έγινε. Ο σύντροφος σκοπευτής, χτύπησε έναν συνοδό του άρματος των συμμοριτών και μετακινηθήκαμε όλοι ασφαλείς. Πλέον περιμέναμε το δικό μας πυροβολικό, ώστε να ξεκινήσει ξανά το κυνήγι στο Νότο.

Ενώ περιμέναμε, στο Βορρά εμφανίστηκε μια φιγούρα ενός νέου άντρα με μεγάλη γεννειάδα, αλλά με παραλλαγή YPG. Ο σ. δ. Ουλάς έτρεξε πρώτος κατά πάνω του προτάσσοντάς του την αγαπημένη του μπερέτα. Εκείνος γονάτισε, ακολούθησε τις οδηγίες και σήκωσε τα ρούχα του. Δεν είχε ζώνη αυτοκτονίας. Ήταν καθαρός. Έλεγε πως ζούσε σε περιοχή του Ισλαμικού Κράτους, αλλά πως ήταν στρατιώτης-πληροφοριοδότης του YPG. Ένα αυτοκίνητο ήρθε και τον πήρε. Δεν μάθαμε ποτέ κάτι γι'αυτόν.

Φτάνοντας έξω από ένα ακόμη χωριό, έπρεπε να επιχειρήσουμε. Να το καθαρίσουμε από συμμορίτες πριν σκοτινιάσει. Η ελπίδα να γυρίσουμε κι εκείνη τη μέρα πίσω, είχε για τα καλά εξαφανιστεί.

Αλλά ούτε την επόμενη, ούτε και τη μεθεπόμενη. Ούτε δυο εβδομάδες μετά. Από χωριό σε χωριό. Από πεδιάδα σε έρημο. Από βροχή και παράδειγμα <<ανοιξιάτικου καιρού>> σε ένα τρομερό κρύο τα βράδια και έναν ήλιο που σου έκαιγε το δέρμα την ημέρα.

Είχαμε φτάσει σε ευθεία γραμμή μόλις 30-35 χιλιόμετρα από το κέντρο της Ράκκα. Μόνο έρημος. Έβρεχε, σταματούσε. Μας έκαιγε ο ήλιος. Ύστερα άνεμος. Δεν γινόταν να σηκώσουμε τα μάτια μας γιατί η σκόνητα ράπιζε σαν το λάσο ένα άλογο. Είχαμε μόνο ένα ζευγάρι γυαλιά για προστασία το οποίο δίναμε στον σκοπό. Ένας σκοπός όμως δεν έφτανε.

Ανασήκωσαν λίγο χώμα, αυτό ήταν το ανάχωμά μας. Δεν είχαμε καμία ελπίδα αν ερχόταν αυτοκίνητο αυτοκτονίας.


Παράδειγμα πρόχειρου αναχώματος στην έρημο


Λίγα λεπτά αργότερα, αφού δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε καθώς δεν είχαμε καμία ασφάλεια, έπρεπε απλά "να φυλάξουμε σύνορα". Οι συμμορίτες άρχισαν να μας ρίχνουν όλμους. Κι όμως δεν ήταν το χειρότερο. Ανασηκώθηκε σκόνη η οποία χάραζε πορεία σε ευθεία γραμμή. Γραμμή που ερχόταν κατά πάνω μας. Ήταν ένα αυτοκίνητο αυτοκτονίας.
Αναχαιτίστηκε από ένα πρόχειρο φυλάκιο που είχε στηθεί ανατολικά μας. Δεν το τίναξαν, το ίδιο όμως γύρισε όταν είδε πως δε θα έφτανε ποτέ το στόχο του.
Οι όλμοι δε, δε σταμάτησαν να πέφτουν, πράγμα που μας έκανε να εγκαταλείψουμε τα αναχώματά μας, τα οποία δε μας προσέφεραν κάποια ουσιαστική κάλυψη. Επιστρέψαμε μόλις σταμάτησαν κι απαντήσαμε με τον ίδιο τρόπο.

Η μπλινταρισμένη μπουλντόζα ανασήκωσε κι άλλο τα χωμάτινα τοιχώματα. Τώρα θύμιζε λίγο περισσότερο στρατόπεδο. Ακόμη όμως δεν είχε τάφρο.


Τα "ενισχυμένα" αναχώματα
                               

Η βροχή δε σταματούσε. Πότε ως καταιγίδα, πότε ως μια συνεχόμενη βαρετή νότα γραμμένη στο πεντάγραμμο. Πεντάγραμμο που σχηματιζόταν από τον άνεμο. Δεν υπήρχαν βουνά ή λόφοι να κόψουν τον αέρα κι έτσι έβρεχε  οριζόντια.

Το YPG μας έφερε μουσαμάδες και πάσαλους για να στήσουμε σκηνές. Ο αέρας όμως τα ξερίζωνε όλα. Έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε σάντουιτς. Ένας μουσαμάς από κάτω κι ο άλλος πάνω μας. Ήταν το πρώτο από τα 4 εναπομείναντα βράδια. Το νερό έβρισκε όμως κάποιες αβλακώσεις, κάποια σκισίματα, κάποια κακοτεχνία πάνω στους μουσαμάδες και έμπαινε μέσα. Μας κατέβρεχε. Σιχτιρίζαμε. Ήμασταν κουρασμένοι, άϋπνοι και τώρα μούσκεμα.

-ΟΛΟΙ ΟΡΘΙΟΙ. ΟΛΟΙ ΟΡΘΙΟΙ. ΔΕΧΟΜΑΣΤΕ ΕΠΙΘΕΣΗ.

Τέλεια. Υπέροχα. Δεχόμασταν επίθεση. Δε θα χρειαζόταν να σκεφτούμε αν θα γίνουμε μούσκεμα. Θα μας έφερναν καινούριες παραλλαγές. Δεν είχαμε στο νου μας πως μπορούμε να χάσουμε. Να έχουμε τραυματία ή μάρτυρες. Ήμασταν οι άρχοντες του πεδίου. Ήμασταν εμείς, ο θυμός, η οργή και τα μουσκεμένα μας ρούχα. Εμείς θα ορίζαμε!

Απολογισμός, 4+1 με 0, όπως κυνικά λέγαμε 3 ώρες μετά. Σκοτώσαμε 4 από αυτούς και ο πέμπτος προσπαθώντας να σκαρφαλώσει από πίσω, ζωσμένος με εκρηκτικά, έσκασε πριν φτάσει στους Ασαΰς. Είχε υπολογίσει λάθος το φιτίλι. Μας επιτέθηκαν με πάνζερ, με το επίλεκτο σώμα των μαυροφορεμένων κι όμως τους αποκρούσαμε, χωρίς να ρίξουμε ούτε μια αντιαρματική. Εμείς ορίσαμε!

Το ηθικό μας αναπτερώθηκε. Δε θα μπορούσαμε και πάλι να επιτεθούμε λόγω του επίπεδου πεδίου μάχης. Αλλά ίσως μας επιτίθεντο εκείνοι ξανά. Ήταν ωραία να ξέρεις πως έχεις έναν άμεσο σκοπό.

Ο σ.δ. Ουλάς που είχε αποχωρήσει λίγες μέρες πριν από την επιθετική απελευθέρωσης, ήρθε να μας επισκεφθεί για να μας πει πως πρέπει να φυλάξουμε "σύνορα", δυο ακόμη εβδομάδες. Η ψυχολογία πάλι ένα με το χώμα. Δεν κοιμόμασταν, δεν τρώγαμε και νιώθαμε πως αυτό που κάνουμε δεν είναι δικό μας. Τι διάολο κάναμε εμείς σε μια έρημο; Ένα στρατόπεδο Κάντρο (στελεγχών) να φυλάει πύλες. Γιατί δεν ξεκουραζόμασταν εκείνο το μήνα πριν ξεκινήσουμε την προετοιμασία για το Μάνμπιτς. Ένα μέτωπο που είχαμε δεδομένο πως θα συναντούσαμε τον οργανωμένο στρατό της Τουρκίας. Πόλεμος με τον πιο άμεσο δυνατά εχθρό. Νεύρα κι απογοήτευση.

Ενώ είχαμε φάει ξανά εκείνα τα απαίσια λαχματζούν με κόκκινες φακές, φωνάζει και πάλι ο σκοπός. Ένα μηχανάκι ερχόταν κατά πάνω μας στη μέση του πουθενά. Αρχίσαμε να ρίχνουμε κατά ριπάς. Γυρίζει κι εξαφανίζεται. Η ψυχολογία και πάλι ψηλά. Πάλι αυτό το αίσθημα χρησιμότητας. Τελικά είχαμε κάτι άμεσο να κάνουμε. Αλλά υπήρχε ταραχή, νεύρα, χαρά, θλίψη, πότε θα φύγουμε, τους αναχαιτίσαμε ξανά, Μάνμπιτς. Σε όλα αυτά, προστέθηκε η ηρωική αλλά ενοχλητική κίνηση της γενικής διοικήτριας της επιχείρησης, μιας 30άρας Κούρδισσας η οποία περπάταγε στην κορυφή του αναχώματος, προσπαθώντας να μας φέρει σε επαφή με το κεντρικό στρατόπεδο ώστε να αναφέρουμε την συμπλοκή. Γιατί το έκανε; Ήθελα να της πω να κατέβει. Ηρέμησα, κατάλαβα πως δε μου πέφτει λόγος. Ξέρει καλύτερα από μένα τι κάνει. Κι αν την πυροβολήσουν;

Την επόμενη μέρα θα φεύγαμε. Ήρθαν να μας αντικαταστήσουν πληρωμένοι πολιτοφύλακες. Καμία εμπιστοσύνη. Ίσως ήταν συμμορίτες. Ήταν ένας εύκολος τρόπος να παρεισφρήσουν στις γραμμές μας. Μαζεύαμε τα πράγματά μας, ο υποδιοικητής καθόταν στη γωνία και παρατηρούσε τους μισθωμένους Άραβες πολιτοφύλακες.

Έτοιμοι. Μαζί τους δεν ανταλλάξαμε σχεδόν κουβέντα. Δεν τους γουστάραμε και δε μας γούσταραν κι αυτοί. Εξάλλου ήταν μισθωτοί. Εμείς, 11 Τούρκοι και εγώ είχαμε ταξιδέψει από τις πατρίδες μας, να τελειώσουμε τους συμμορίτες στη Συρία. Εκείνοι ίσως είχαν νεκρούς συγγενείς. Γιατί έπαιρναν χρήματα; Το μυαλό ήταν θολό. Δεν ήθελε καν να επεξεργαστεί τους χιλιάδες λόγους που θα οδηγούσαν κάποιον στο να το κάνει αυτό. Γινόταν μίσος. Δεν τους ξέραμε. Αλλά νιώθαμε πως τους γνωρίζουμε.

Φύγαμε. Μας πυροβόλησαν Άραβες από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις. Είχαμε περάσει τα 5 χιλιόμετρα που είχαν εμβέλεια οι ασύρματοι. Χωρίς τις συχνότητες δεν μπορούσαμε να τους πούμε πως είμαστε σύμμαχοι.
Οι σφαίρες ήταν "με  την κόκκινη μπογιά". Τις βλέπαμε να πετάνε από πάνω μας, ή να σκάνε κοντά στις ρόδες του Toyota που μας μετέφερε. Κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον, χαμογελάγαμε. Ύστερα γελάσαμε κιόλας. Ή θα πεθαίναμε, ή θα πεθαίναμε γελώντας, ή θα σωζόμασταν. Γιατί να μη βγάλουμε τη γλώσσα στην τύχη μας; Γιατί να μην την κοροϊδέψουμε; Γιατί να μην την χλευάσουμε. Δεν της χρωστάμε τίποτα. Μας χρωστάει. Εκείνη μας έχει πονέσει, μας έχει σκοτώσει, δε θα τολμήσει ξανά. Θα της κάνουμε τα χειρότερα. Θα την τιμωρήσουμε. Θα πάμε κόντρα σε ό,τι ορίζει. Εξ'άλλου εμείς θα ορίζαμε. Και ξανά εμείς ορίσαμε!

Βγήκαμε σώοι από εκείνο το φαράγγι. Το όχημα έσκουζε. Πήγαινε όλο και πιο σιγά αλλά οι στροφές βαράγανε. Η ποσότητα λάσπης, ανύψωνε το όχημα παρά τα 12 άτομα και τον εξοπλισμό ήμασταν πάνω. Παρά την κίνηση στους 4 τροχούς του. Χοροπηδάγαμε πάνω τους ώστε οι ρόδες να βρουν στέρεα γη και να κινηθεί το αυτοκίνητο. Δεν έπρεπε να κολλήσουμε εκεί. Ήμασταν σε γκρίζα ζώνη. Χοροπηδούσαμε και γελάγαμε. Τραγουδάγαμε. Παράνοια.

Φτάσαμε στη βάση μας. Ήμασταν πάλι βρεγμένοι. Αλλαξιές δεν ήρθαν ποτέ. 21 μέρες τα ίδια ρούχα, αλλά δε μας ενοχλούσε. Βρωμάγαμε όλοι μας. Όλοι παραπονιόμασταν και κοροϊδεύαμε τον διπλανό μας, μέχρι που οι διπλανοί μας παραπονιόντουσαν για μας. Ήταν ένα παιχνίδι πια. Δεν είχε πραγματικά σημασία. Η κούραση δε μας επέτρεπε να μασήσουμε. Έπρεπε να κοιμηθούμε. Πέσαμε σχεδόν όλοι μέσα στη βρώμα πάνω στα στρώματά μας.

Γυρίσαμε γεμάτοι εμπειρίες, γεμάτοι εικόνες και πολύ πιο σοφοί. Αλλά χρειαζόμασταν ύπνο και καθαρό μυαλό να τα επεξεργαστούμε. Να φύγει ο θυμός.
Μια μέρα μετά στις αναφορές που γράψαμε, καταλάβαμε τι είχαμε κάνει λάθος, κάναμε την αυτοκριτική μας. Μέσα από τις πιο δύσκολες, ψυχολογικά αλλά και λόγω των καιρικών φαινομένων γύρω μας αποστολές, είχαμε βγει νικητές.
Θυμός, πολύς θυμός. Ο θυμός έφυγε καιρό μετά. Θέλαμε να τους τελειώσουμε και δεν ξέραμε πως.

Αυτή η επιχείρηση έβγαλε διοικητές, δυνάμωσε άλλους και βάπτισε νέους. Νικήσαμε τους δαίμονές μας!

Αναμφίβολα ο πιο έντονος Μάρτης της ζωής μου. Ο πιο ξεχωριστός. Ο Μάρτης "του πολέμου". Ο Μάρτης του Θεού. Μια μέρα αργότερα ο ΑΡΗΣ γινόταν 102 ετών.
Αυτό με παρηγόρησε. Δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με την Ελλάδα, με την κοπέλα ή τους φίλους μου. Στα τούρκικα δεν μπορούσα να εκφραστώ. Ήμουν τελείως μόνος. Δεν υπήρχε κωδικοποιημένο τηλέφωνο εκείνες τις μέρες. Έλλειπε ο σύντροφος που το είχε. Ο ΑΡΗΣ και τα τραγούδια την ώρα του σκοπού η μόνη μου παρηγοριά και στήριγμα μέσα στον ατέρμονο θυμό. Κάτι που θύμιζε σπίτι, κάτι οικείο. Περίεργο το πως βρίσκει στηρίγματα το μυαλό. Πως επεξεργάζεται τις ανάγκες και σε τι τις μεταφράζει.